Menu
Greek English German Italian
Super User

Super User

Website URL: http://wwww.antissa.chantzis.gr

Φάρος Σίγρι, Μεγαλονήσι Λέσβου

Το Μεγαλονήσι είναι νησίδα στα δυτικά της Λέσβου, στο Σίγρι. Είναι περισσότερο γνωστό και ως Νησιώπη, αλλά και ως Μεγανήσι (σπανιότερα) και είναι η μεγαλύτερη σε έκταση νησίδα της Λέσβου. Έχει μακρόστενο σχήμα -σαν καράβι-, με μήκος 2,57 χλμ. Μέγιστο πλάτος έχει 500 μέτρα και ελάχιστο 100 μέτρα. Το βόρειο άκρο της κλείνει τον κόλπο του Σιγρίου, δημιουργώντας ένα μεγάλο φυσικό λιμάνι στο οποίο αγκυροβολούν πλοία που διέρχονται το Αιγαίο και διαπερνούν τον Βόσπορο: "Ούτος είναι ο μόνος λιμήν ον οι ναυτιλόμενοι απαντώσιν από της Άνδρου μέχρις της Τενέδου" (Στράβων). Το έδαφός της είναι ηφαιστιογενές. Καλύπτεται από χαμηλή βλάστηση από φρύγανα - κυρίως αστιβή. Λίγα αρμυρίκια φυτεύτηκαν τη δεκαετία του 1970. Παλιότερα, νοικιάζονταν ως βοσκότοπος, ενώ οι φαροφύλακες που έμεναν στο Φάρο καλλιεργούσαν κηπευτικά.

Στη Νησιώπη υπήρχαν πάντοτε πολλά αγριοκούνελα. Πριν από λίγα χρόνια, μια επιδημία μείωσε επικίνδυνα τον πληθυσμό τους. Η Νησιώπη είναι δημόσιος και επισκέψιμος χώρος. Στα νοτιοανατολικά της νησίδας υπάρχει μια ωραία παραλία, κατάλληλη για μπάνιο. Στη Νησιώπη ο επισκέπτης μπορεί να απολαύσει χερσαία και θαλάσσια τμήματα απολιθωμένων κορμών. Σχεδόν σε όλη την έκταση του νησιού έχουν εντοπισθεί εκατοντάδες απολιθωμένοι κορμοί δένδρων, ιστάμενοι ή κατακείμενοι με εντυπωσιακούς χρωματισμούς. Η μεγάλη συγκέντρωση φυτικών απολιθωμάτων στην Νησιώπη την καθιστά ένα μοναδικό γεώτοπο. Στην δυτική πλευρά του νησιού η δράση των κυμάτων αποκαλύπτει γιγαντιαίους κορμούς κωνοφόρων (προγονικές μορφές Σεκόιας) αλλά και αγγειόσπερμων δένδρων που κείτονται στην ακρογιαλιά.

Στην θαλάσσια περιοχή γύρω από το νησί, ο επισκέπτης μπορεί να παρατηρήσει δεκάδες απολιθωμένους κορμούς δένδρων που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Την έντονη ρηξιγενή τεκτονική δράση που γνώρισε η περιοχή κατά το πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν μαρτυρούν τα δεκάδες ρήγματα που εμφανίζονται στην επιφάνεια και στις απόκρημνες ακτές του νησιού, ενδεικτικές της πρόσφατης αποκοπής του από την υπόλοιπη Λέσβο.Επίσης πάνω στο νησί υπάρχουν το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, θαυμάσιοι κορμοί απολιθωμένων δένδρων που ξεκινούν από τη στεριά και εκτείνονται στη θάλασσα, και ερείπια βασιλικής. Ένα καραβάκι εκτελεί συχνά δρομολόγια από το Σίγρι στην απέναντι όχθη, οπότε αν το επιτρέψει ο καιρός, μπορείτε εύκολα να τον επισκεφτείτε.

Εθιμα της Πρωτοχρονιάς στη Λέσβο

Δεύτερος σταθμός του εορταστικού Δωδεκαήμερου η Πρωτοχρονιά, πρώτη μέρα του χρόνου κι εορτή του Μεγάλου Βασιλείου. Την παραμονή θα κρεμάσουν πάνω στην εξώπορτα ένα κλωνάρι ελιάς με πολλές ελιές για ευκαρπία, ένα κλαδί λισσό (κισσό), «για να λυσσάξουν τα καλά», ένα κλωνάρι βατσ’νιά, «για να κολλούν οι γαμπροί κι οι νύφες», αν το σπίτι έχει ανύπαντρες νέες ή νέους, κι ένα κλωνάρι συκιάς, όταν το σπίτι έχει ξενιτεμένο. Πρέπει τα κλωνάρια αυτά να μην κοπούν από κτήμα γρουσούζη, για να μην πάρουν τη γουρσουζιά του. Διαλέγουν κλωνάρια από κτήμα καλού και ευκατάστατου ανθρώπου, για να μπουν τα πλούτη και η καλοσύνη και στο δικό τους σπιτικό.   

     Η προσμονή μικρών και μεγάλων μέχρι να φτάσουν τα μεσάνυχτα είναι μεγάλη. Βέβαια η νοικοκυρά δεν σταματά τις ετοιμασίες. Σε περίοπτη θέση η βασιλόπιτα, με την τυχερή «παράδα» τυλιγμένη σε βαγιόφυλλο, με ένα σταυρό πάνω κι άλλα πλουμιά καμωμένα με ζύμη.      

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ

Λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, στα χωριά της Λέσβου, έσφαζαν το γουρουνάκι που έτρεφαν όλη τη χρονιά και ξεχώριζαν το κρέας. Ένα μέρος θα το  κατανάλωναν νωπό, κατά τη διάρκεια των γιορτών, το υπόλοιπο θα το έκαναν λουκάνικα. ενώ ό,τι περίσσευε το κομμάτιαζαν, το έβαζαν σε καζάνι με λίπος και το καβούρντιζαν. Έριχναν έπειτα μπόλικο αλάτι και το συντηρούσαν μέσα σε πήλινα δοχεία, με το λίπος του, λόγω έλλειψης ψυγείου.

Στόλιζαν τα σπίτια τους για να ξεχωρίζουν στη γειτονιά, με διάφορα στολίδια  και αντί για δέντρο στόλιζαν κλαδιά από πεύκο. Την παραμονή των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι και λέγανε τα κάλαντα. Η ανταμοιβή τους , τα παλιότερα χρόνια, ήταν σύκα, καρύδια ή κάποιο άλλο γλύκισμα των ημερών, π.χ. μελομακάρονα, ενώ σήμερα είναι χρήματα.

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών - Μανταμάδος Λέσβου

ΓΥΡΩ στο 10ο με 11ο αιώνα, όταν το Βυζαντινό κράτος μεσουρανούσε, οι Σαρακηνοί πειρατές βρίσκονταν κι αυτοί στις δόξες τους. Λυμαίνονταν τα νησιά του Αιγαίου, λήστευαν, έκαιγαν κι αιχμαλώτιζαν ανθρώπους, πού τους προόριζαν για τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής.
    Ή Λέσβος, πλούσια κι ελκυστική, είχε γίνει διαλεχτή λεία των κουρσάρων. Στην τοποθεσία Λεσβάδος, κοντά στο Μανταμάδο, υπήρχε μια αρχαία πολιτεία, ο Στένακας, και όχι πολύ μακριά της ένα μοναστήρι των Ταξιαρχών, πού ή ίδρυση του χάνεται στα βάθη των αιώνων.   

Το ιστορικό του το μαθαίνουμε από τη ζωντανή τοπική παράδοση, πού έφτασε ως τις μέρες μας.

    Ήταν οχυρωμένο σαν κάστρο με τείχη και πύργο, κι από νωρίς είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των πειρατών, πού το 'χαν βάλει πείσμα να το πατήσουν.
    Έτσι κάποια άνοιξη, ο αρχιπειρατής Σιρχάν, ένας άγριος και μελαψός γίγαντας, ζωσμένος το μπαλτά και τη σπάθα, κάλεσε το τσούρμο του και τους είπε:
    - Αυτή τη φορά, το δίχως άλλο, θα μπούμε στο μοναστήρι. Εγώ θέλω μόνο το χρυσό ποτήρι, πού λειτουργάνε οι καλόγεροι, για να πίνω το κρασί μου. Όλα τ' αλλά δικά σας.
    Ό ίδιος δεν θα 'παιρνε μέρος στην επιχείρηση. Δεν καταδεχόταν τέτοιες μικροδουλειές.
Έβαλαν πλώρη για τη Λέσβο. Πλησίασαν το μοναστήρι μεσάνυχτα και κρύφτηκαν στα δέντρα.
   

Subscribe to this RSS feed

Ακολούθησέ μας