Menu
Greek English German Italian

Προίκες και προικοσύμφωνα

Προίκες και προικοσύμφωνα

 Όταν έκλεινε τη συμφωνία στο σπίτι της νύφης ο προξενητής ή η προξενήτρα, o πατέρας δήλωνε ότι είχε να δώσει στην κόρη του για προίκα. Κάποιες φορές μάλιστα τα σημείωναν σε ένα πρόχειρο χαρτί κι αφού πλέον ο γαμπρός προχωρούσε στον αρραβώνα μαζεύονταν οι συμπέθεροι και τα αδέλφια για να κλείσει επίσημα πλέον η συμφωνία με τη σύνταξη του προικοσύμφωνου. Στις πιο ευκατάστατες οικογένειες για τη συγγραφή και την εγκυρότητα του προικοσύμφωνου συμμετείχε ο νοτάριος δηλαδή ο συμβολαιογράφος. 

Τα προικοσύμφωνα ξεκινούσαν πάντα με την επίκληση της Αγίας Τριάδας. Σε πολλά απ’ αυτά στο πάνω μέρος σχεδίαζαν το σταυρό με το Ιησούς Χριστός Νικά. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η μελέτη τέτοιων προικοσυμφώνων για συγκεκομμένο τόπο από την οποία ο μελετητής μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των ανθρώπων στη συγκεκριμένη εποχή. Τα προικοσύμφωνα είναι κείμενα λαϊκά ανορθόγραφα γραμμένα και ασύνταχτα, όπου κυριαρχεί το γλωσσικό ιδίωμα του τόπου και δίνουν πάμπολλες πληροφορίες για την οικιακή οικονομία, την ενδυμασία, την κτηματική ορολογία κλπ. 

 Όλα τα προικοσύμφωνα τελειώνουν με την ευχή των γονέων και τις υπογραφές τους, που όμως επειδή πολλοί ήταν αγράμματοι υπέγραφαν και κάποιοι μάρτυρες. Σε περίπτωση που ο αρραβώναςδιαλυόταν τότε ο νοτάριος συνέτασσε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο ακυρωνόταν τοπροικοσύμφωνο. Όταν υπογραφόταν το προικοσύμφωνο ακολουθούσε σε στενό οικογενειακό κύκλο τραπέζι και γλέντι. 

Αφού λοιπόν πρώτα συμφωνούσαν για την προίκα ο προξενητής από μέρους του γαμπρού και οι γονείς της νύφης έκλεινε το παζάρεμα και ερχότανε η σειρά της επισημοποίησης με τα κεράσματα στα οποία βέβαια στην πρωτοκαθεδρία ήταν οι προξενητάδες. Ο πατέρας της νύφης χαρούμενος που θα φύγει το βάρος της κόρης από πάνω του, έριχνε τρεις πιστολιές «μες του πκαρί» το καπνοδόχο στο τζάκι που όλα τα σπίτια τότε διέθεταν για να διώξει τα κακά πνεύματα. Έτσι μαθαινότανε και στο χωριό ο αρραβώνας, αφού όλες αυτές τις ημέρες, όλα τα πήγαινε έλα και οι διαπραγματεύσεις γινόντουσαν στα κρυφά. Οι πιστολιές λοιπόν ήταν το ξαφνικό επισφράγισμα «της δουλειάς» και η επίσημη ανακοίνωσή της στο χωριό. Έτσι με την επάυριο καθώς οι χωριανοί έδιναν τα συχαρίκια στον πατέρα της νύφης και απορημένοι τον ρωτούσαν: «Βρε πότι γίντσι γη δλεια τσι δε πήραμι χαμπάρ»;, Εκείνος απαντούσε με καμάρι:«Τώρα απού μέρις ήνταν για να γέν αλλά να…χτες πια τα τιλειώσαμι»!Αφού λοιπόν έριχνε τις πιστολιές ο πατέρας της κοπέλας, πήγαινε ο γαμπρός με τους πιο στενούς του συγγενείς για να «χαιρετήσουν» τον αρραβώνα όπου τους κέρναγε η νύφη μέλι που το είχε μέσα σε μια πιατέλα στολισμένο με μύγδαλα. Εκεί στο σπίτι της νύφης θα καθόντουσαν όλοι μαζί και θα έτρωγαν κάτι πρόχειρο μια και δεν υπήρχαν προετοιμασίες αφού υποτίθεται ότι όλα έγιναν ξαφνικά. 

Το μέλι το έπαιρνε ο καθένας με το δικό του κουταλάκι απ’ την ίδια πιατέλα, έθιμο που διατηρείται και σήμερα, και το κουταλάκι το έβαζε στο ποτήρι του νερού απ’ το οποίο έπινε. 

Την επομένη η νύφη με τη μητέρα της και τους συγγενείς της θα επισκεφθεί την πεθερά για να γνωριστεί και με τα σόγια του γαμπρού. Τα δώρα της νύφης στην πεθερά είναι η «πλατσέτα», μέλι, ψωμί και ένα «κμαρ» νερό. Από το μέλι αυτό η πεθερά θα κεράσει όποιον θα πάει να την επισκεφτεί και να την συγχαρεί. Με μέλι κερνάνε και στο σπίτι της νύφης τους επισκέπτες και όλοι εύχονται τα καθιερωμένα σ’ αυτές τις περιπτώσεις. « Όσου γλυκό είνι του μέλ’ τόσου γλυτσιά ναείνι τσι γι αγάπ’ σας».

Την επίσκεψη αυτή της νύφης στα πεθερικά ανταπέδιδε και ο γαμπρός, πηγαίνοντας στο σπίτι της νύφης μια πανέρα με καλά ψάρια, ένα ψητό αρνί στολισμένο με χρυσή ζελατίνα, φόρεμα και άλλα δώρα για τη νύφη, «ρούσκου» στην πεθερά (είδος υφαντού πουκάμισου που έδενε μπροστά και πίσω ήτανε σουρωτό) και στον πεθερό υφαντό στην κρεβατή (αργαλειό) πουκάμισο. Έτσι ο γαμπρός άνοιγε το δρόμο για να μπορεί να επισκέπτεται οπότε ήθελε το σπίτι της αρραβωνιαστικιάς του. Κάθε φορά δε που πήγαινε φρόντιζε κα κρατά και τα ανάλογα δώρα και η γειτονιά που τώρα η αποκλειστική της δουλειά ήτανε να παρατηρεί, να ξουμπλιάζ», τα πήγαινε και τα έλα αποφαινόταν πως ο γαμπρός είναι καλός και κουβαλητής. Αυτό βέβαια είναι και το βασικό προτέρημα του γαμπρού.

Στο χωριό τα σχετικά με την προικοδοσία της νύφης μαθαινόντουσαν από τους προξενητάδες, τα σόγια του γαμπρού και τους συγγενείς. Όλοι γνώριζαν πόσα κιλά λάδι έταξε ο πατέρας της νύφης στο γαμπρό, πόσα δέντρα, πόσα κτήματα. Όλα τα μάθαινα και με κάθε λεπτομέρεια. Έτσι και με όλες τούτες τις δημοσιοποιήσεις ό πατέρας της νύφης ήτανε πια και υποχρεωμένος να τηρήσει τις υποσχέσεις του αφού ένα ολόκληρο χωριό και τα περίχωρα ήσαν γνώστες των πραγμάτων.

Μια αρραβώνα δε που τα κίνητρα της ήτανε αποκλειστικά οικονομικά ήτανε και πολύ εύκολο να χαλάσει αν ο πατέρας της νύφης αθετούσε τους λόγους του και δεν έδινε όλα τα συμφωνημένα. Ηδε κοινή γνώμη είναι με του γαμπρού το μέρος που με το δίκιο του «χάλασε τη δουλειά», αφού ο πεθερός δε στάθηκε στο λόγο του. Παράλληλα δε με τις συμφωνίες για την προίκα αποφασιζόταν και η ημερομηνία της επίσημης μέρας του αρραβώνα, ο χρόνος που θα διαρκέσει, αλλά και η μέρα του γάμου και ο γαμπρός ανελάμβανε και τις δικές του ευθύνες στα θέματα αυτά. Πάντως το πιο συνηθισμένο είναι να κρατήσει αρκετά η περίοδος του αρραβώνα για να έχει τον καιρό η νύφη να ετοιμαστεί, αλλά και ο γαμπρός αν είχε ανύπαντρες αδελφές να φροντίσει και γι’ αυτές, να φροντίσει για την αποκατάστασή τους και μετά να παντρευτεί κι αυτός. Στην οικογένεια υπάρχει ένα αυστηρό τυπικό, μια σειρά απαράβατη και είναι πολύ υποτιμητικό να παντρευτεί πρώτα ο αδελφός και ν’ αφήσει πίσω του ανύπαντρες αδερφάδες. Ο αδελφός είναι υποχρεωμένος να φτιάξει σπίτι στις αδελφές του, αν ο πατέρας δε μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνος του. Υπάρχουν περιπτώσεις στο χωριό που ο αδελφός ξενιτεύεται για να μπορέσει να βρει κάποια χρήματα και να εξασφαλίσει σπίτια για τις αδελφές του. Πάντως για το χρόνο που θα κρατούσε ο αρραβώνας ήτανε προσυμφωνημένο. ¨Όμως παρά την άποψη ότι ένας μακρύς αρραβώνας δεν είναι υπέρ μιας σχέσης τις περισσότερες φορές κρατούσε αρκετό καιρό αφού αρκετά ήσαν και τα προβλήματα.

Στη νεοελληνική οικογένεια τα παιδιά παντρεύονταν κατά σειρά ηλικίας. 0ι θυγατέρες προηγούνταν και ακολουθούσαν τα παλικάρια, με τη σειρά τους κι αυτά. Ήταν ατιμωτικό για τον άντρα να παντρευτεί πρώτος και ν’ αφήσει αδελφή μεγαλύτερη ή μικρότερη ανύπαντρη. Πολλά παλικάρια έμεναν ανύπαντρα, γιατί δεν μπόρεσαν ν’ αποκαταστήσουν τις αδελφές τους. 

Μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα (1920) η φροντίδα για τον γάμο των παιδιών ήταν μέλημα και καθήκον των γονιών και μάλιστα του πατέρα. Αυτός έπρεπε να δώσει την τελική συγκατάθεση, « να γίνει η γνώμη του » , « να δώσει την ευχή του » .Το έθιμο αυτό στηριζόταν στο αίσθημα ευθύνης των γονιών να στεριώσουν κοινωνικά και οικονομικά τα παιδιά τους, που έφτιαχναν καινούργια οικογένεια ,και στην υποχρέωση, που εθιμικά αναλάβαιναν, να δώσουν σ’ αυτά ένα μέρος της περιουσίας τους, κινητής ή ακίνητης, με τη μορφή της προίκας. 

Ο θεσμός της προικοδότησης των θυγατέρων είναι πανάρχαιος και από τα ομηρικά χρόνια φτάνει μέχρι την εποχή μας .Για αιώνες αμέτρητους από τα φυσικά και επίκτητα προσόντα της νύφης(ομορφιά, ψυχική και πνευματική καλλιέργεια κτλ.) το πρώτο που εξεταζόταν ήταν η προίκα της. Η απροίκιστη ήταν κοινωνικά κατώτερη και δύσκολα βρισκόταν γαμπρός να τη ζητήσει σε γάμο.

Η γυναίκα δεν εργαζόταν. Τα βάρη του γάμου τα σήκωνε αποκλειστικά και μόνο ο άντρας. Αυτός είχε την υποχρέωση να συντηρεί τη σύζυγό του , ανάλογα με την κοινωνική της θέση , και να μεγαλώνει , με ανάλογο τρόπο και πάλι , τα παιδιά του. Η προίκα της γυναίκας αποτελούσε τη συνεισφορά της στον οικογενειακό προϋπολογισμό και μια ελάφρυνση του συζύγου από τα οικονομικά βάρη της οικογένειας. 

Από τα πρώτα βυζαντινά χρόνια ( 5ος αι. μ.Χ.) για τη σύσταση της προίκας συντάσσονταν προικώα έγγραφα. Η συνήθεια αυτή κράτησε σε όλη τη βυζαντινή περίοδο και συνεχίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας .Τα έγγραφα αυτά ονομάζονταν προικοσύμφωνα (αλλού προικοχάρτια, αρραβωνοχάρτια κτλ.) και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας συντάσσονταν από κληρικούς, ιερείς ή μοναχούς, που εφάρμοζαν το οικογενειακό δίκαιο στους υπόδουλους Έλληνες. Η σύνταξή τους γινόταν πάντα με παρουσία μαρτύρων, που ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν το προικοσύμφωνο. Το προικοσύμφωνο συντασσόταν πριν από τον γάμο. Η προίκα παραδινόταν στον γαμπρό πριν από τη στέψη.

Περιλάμβανε είδη ρουχισμού , έπιπλα, οικιακά σκεύη, κοσμήματα, ζώα (πρόβατα, βόδια), νομίσματα κ.ά.. Περιλάμβανε βέβαια και όλα τα ακίνητα ( σπίτια, αμπέλια, χωράφια, ελαιοκτήματα κτλ.),που περιγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια ( θέση, έκταση , γείτονες κτλ.). Ο σύζυγος είχε την υποχρέωση να διαχειρίζεται καλά την προίκα της συζύγου και να φροντίζει για τη διατήρηση και την ακεραιότητά της. :εν είχε το δικαίωμα να εκποιήσει ή με άλλο τρόπο να παραχωρήσει κάποιο από τα προικώα ακίνητα. Η κυριότητα των ακινήτων ανήκε στη σύζυγο και μόνο την επικαρπία είχε ο σύζυγος .Αν πέθαινε ο σύζυγος ή αν χώριζε το ανδρόγυνο, η προίκα έμενε στη γυναίκα ως ιδιοκτησία της. Αν πέθαινε η σύζυγος, τότε ένα μέρος της προίκας κληρονομούσε ο σύζυγος και το μεγαλύτερο μέρος κληρονομούσαν τα παιδιά. Αν το αντρόγυνο δεν είχε αποχτήσει παιδιά, τότε η προίκα γύριζε στον προικοδότη, αν ζούσε, ή στους νόμιμους κληρονόμους του.

π. Γεώργιος Αλεντάς

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

back to top

Ακολούθησέ μας